Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009

Γυμνή


Άνοιξα το παράθυρο για μια ματιά στην πόλη. Βαρδάρης. Κακός Βαρδάρης σήμερα. Σκόνη στα μάτια, ο αέρας σε τυλίγει και ανοιγοκλείνει την πόρτα πίσω σου. Καταραμένη βροχή… Δυο κουταλιές καφέ για να «δέσει» το σώμα μετά τον ύπνο της υγρασίας και βαριανασαίνοντας στην Παραλία.
Παρένθεση: Χθες έκλεισα μήνα με το αυτοκίνητό μου στην ίδια θέση πάρκινγκ. Το αναγνώρισα με δυσκολία κάτω από τα φύλλα του Οκτώβρη. Σκέφτομαι σοβαρά να απλώσω στο σώμα του καμιά κουρελού, από αυτές τις γιαγιάς μου, που πιστεύει εδώ και χρόνια πως ζεσταίνουν τον αγρότη του παππού, τα κρύα βράδια του χειμώνα. Για να βρεις θέση στα τετράγωνα που γειτονεύουν με το σπίτι σου απαιτούνται γνώσεις μαύρης μαγείας, ξόρκια από το Νεκρονομικό, δόντια αλιγάτορα και τρίχες από το χιλιοτραγουδισμένο μαλλί του Παπαγεωργόπουλου. Συνήθως παίρνω ταξί για να φτάσω σπίτι από το σημείο που πάρκαρα.
Συγκινημένος από την επέτειο του ενός μήνα, σκουπίζω τα δάκρυα από το πληκτρολόγιο, προσεύχομαι στον άγιο Δημήτρη Ιβάνοβιτς Ντονσκόϊ (πρόσφατος άγιος, φοράει το φωτοστέφανο μόλις από το 1988), να μην αυξηθεί η στοίβα των άπλυτων και χρειαστεί να επιστρέψω στην μάνα και τις φακές της Παρασκευής.
Συνεχίζω την διήγηση: Λίγα βήματα αργότερα μυρίζω τον Θερμαϊκό…
Τα φώτα της πόλης. Οι παράφωνοι ήχοι… Όταν βραδιάζει η Θεσσαλονίκη, ξεγυμνώνεται. Ερωτισμός, λαγνεία, μικρότητες, νοσταλγία. Νοσταλγία για τις μεγάλες μέρες… Στη Θεσσαλονίκη ωριμάζει μια γενιά αδράνειας.
Στη Θεσσαλονίκη που αγκαλιάζει νεαρά όρνια (όπου «όρνια», μετατρέψτε ελεύθερα σε «κομματόσκυλα») που ραίνουν τα όνειρά τους με παγωμένο αλκοόλ.
Στη Θεσσαλονίκη που φωνάζεις σιωπηλός και κουνάς το κεφάλι υποκλινόμενος σ’ αυτούς που σου δανείζουν ουρλιαχτά. Μεθυσμένος, περιμένεις τον ήλιο να σου θυμίσει πως η λύτρωσή γέννησε και απόψε πονοκέφαλο.
Η ανατολή μας βρίσκει με πρόσωπα βαριά, σκυμμένα, να ντρεπόμαστε ένα πρωί ακόμα, για το μυαλό μας που διαγράφεται στα χθεσινά βρωμόνερα...

Mr.Kaya (Mediasoup)