Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

Γενίτσαροι


Δρόμοι υγροί. Προσπαθώ να παρκάρω στην όχθη. Τα φώτα πολλαπλασιάζονται, τα φανάρια τυφλώνουν, τα λάστιχα ουρλιάζουν σαν αλλάζεις πορεία. Ρυθμοί αλλόκοτοι, φωνές της νύχτας, άνθρωποι μασκαρεμένοι με μάσκες πολύχρωμες, χλωμές και τόσο ίδιες...
Διασχίζω το πλακόστρωτο. Το παλιό λιμάνι. Η σκάλα εκφόρτωσης. Οι γραμμές του τρένου. Σκουριασμένες ευθείες που καταλήγουν στον κόσμο που έφτιαξε την πόλη. Σε μερόνυχτα μιας τίμιας ιστορίας, τίμιας δουλειάς, τίμιου ιδρώτα. Λιμανίσια αρχιτεκτονική. Φάμπρικες πλάι στην ομίχλη.
Εδώ ξύπνησαν τη ζωή του σούρουπου. Εδώ την πότισαν καφέ, αλκοόλ, κρασί και εκείνη έπιασε. Και στέγασε τους ρέμπελους. Και ύστερα ήρθαν οι μέλισσες. Η βιομηχανική άποψη. Αυτή που φωνάζει ματσωμένους δίπλα σε τούβλα και σωλήνες. Αυτή που ονομάζει τέχνη τη δουλειά και παύει τον ειρμό της. Ένα ποτήρι κρασί με τον Κώστα ανάμεσα σε κείνους. Πολλή σιωπή, πολλές ανάσες, από τις βαριές, σκέψεις για ένα μέλλον ζοφερό και γκρίζο. Μαζεμένα λόγια, μετρημένα χρήματα και ο δρόμος του γυρισμού.
Και έξω από την αποθήκη, ένα κοπάδι πιτσιρίκια. Και οι βοσκοί, ντυμένοι με την πράσινη φορεσιά τους πια, σφυρίζουν τον σκοπό της τρέλας. Τα πρόβατα τρέχουν, το φαγητό τους βγαίνει από τη φωτιά και η μυρωδιά τους προκαλεί. Υποσχέσεις. Μυρίζει υποσχέσεις και δανεικά όνειρα. Μυρίζει αλκοόλ και γέλιο πρόωρο, Πρόωρο και προσωρινό. Υποδοχή των νεοσύλλεκτων σε μια παιδεία που τυφλώνει... Στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Εκείνο το βράδυ έφυγα τρέχοντας απ' το λιμάνι.