Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2009

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟΥ ΤΑΞΙΔΙΩΤΗ

Είδα στον δρόμο έναν γέρο ταξιδιώτη, μόνο , ξεχασμένο. Έπινε κρασί και τραγουδούσε με λυγμούς τραγούδια ξεχασμένα, σαν και εκείνον ,για μέρες αλλοτινές και χρόνια περασμένα. Τον πλησίασα. Με είχε συγκινήσει το τραγούδι του και καιγόμουν να μάθω την τραγική του ιστορία. Τα λόγια που μου είπε εκείνο το βράδυ δεν θα τα ξεχάσω ποτέ. Ήταν μια ιστορία. Μια απλή ιστορία, πριν συνεχίσει και πάλι στη μαύρη νύχτα το μοναχικό του ταξίδι συντροφιά με το τραγούδι του.Δεν ξέρω αν η ιστορία ήταν αληθινή ή όχι. Λίγη σημασία έχει. Τα χρόνια πέρασαν και δεν μίλησα σε κανέναν για εκείνη την εμπειρία μου. Όμως τώρα που η γλυκιά μέθη μού βαραίνει τα μάτια και το κρασί ρέει άφθονο στις φλέβες μου,θα σου πω εκείνη την ιστορία,την ιστορία του Μεθυσμένου Ταξιδιώτη, όπως περίπου τη θυμάμαι:

Κάποτε ζούσαν στον Όλυμπο οι θεοί. Στο Ιερό και Αιώνιο βουνό είχαν τους θρόνους τους και κυβερνούσαν θεούς και ανθρώπους. Και ανάμεσά τους ήταν και ο Διόνυσος, που οι άνθρωποι γνώριζαν σαν τον θεό του κρασιού. Εκείνη την εποχή το κρασί ήταν πολύ δημοφιλές στις τάξεις των κοινών θνητών.Και κάθε που έπιναν αγκαλιάζονταν και τραγουδούσαν και ήταν ευτυχισμένοι με τη μοίρα τους.Επαινούσαν τον Διόνυσο για το θεϊκό αυτό δώρο που τους είχε γίνει. Και ο Διόνυσος μέρα με τη μέρα γινόταν όλο και πιο αλαζόνας όλο και πιο προκλητικός.

Ώσπου μια μέρα τυφλωμένος από τη μέθη του είδε τον πατέρα των θεών και των ανθρώπων , τον Δία, να τον κοιτάζει με απορημένο βλέμμα για την κατάντια του. Ο Διόνυσος μέσα στη ζάλη του κρασιού του εξοργίστηκε. Ανασηκώθηκε από τον ολόχρυσο θρόνο του και μπροστά σε όλους τους υπόλοιπους θεούς αψήφισε τον Δία , των πατέρα, τον Βασιλιά της πλάσης.

"Μη με κοιτάζεις μ' απορία" είπε.
"Κάνεις λάθος αν νομίζεις ότι η αστραπή σου μπορεί να νικήσει το αθάνατο κρασί μου. Μπορεί να σε φοβούνται,μπορεί να σε σέβονται, μπορεί να ορκίζονται στο όνομά σου αλλά κανείς δεν σε αγαπάει. Γιατί εσύ τους χωρίζεις στα δυο ενώ εγώ τους κάνω να αγκαλιαστούν . Γιατί εσύ τους στέλνεις να κρυφτούν ενώ εγώ τους βγάζω στο δρόμο να χορέψουν και να τραγουδήσουν.Αυτή είναι η δική μου η δύναμη μεγάλε Βασιλιά των Ουρανών, πατέρα Θεών και ανθρώπων. Τώρα λοιπόν που έμαθες την αλήθεια, εμπρός κάνε αυτό που ξέρεις να κάνεις καλύτερα. Άστραψε και βρόντηξε! Κάψε και σκότωσε!Δεν σε φοβάμαι πια! Στο τέλος της μέρας πάλι εγώ θα βγω νικητής στις καρδιές των απλών, στις αναμνήσεις των ευτυχισμένων.Και κάποια μέρα θα γίνω βασιλιάς στη θέση σου, όπως μου αξίζει!"


Τέτοια ήταν τα λόγια του αφελή Διόνυσου. Λόγια σκληρά , λόγια που κανείς θνητός ή θεός δεν σκέφτηκε ποτέ να ξεστομίσει. Όμως ο Διόνυσος το έκανε εκείνη την ημέρα. Να όμως που το ίδιο του το κρασί έγινε η αιτία ο δίκαιος να χάσει το δίκιο του, ο απλός να γίνει σύνθετος και ο ευτυχισμένος να βυθιστεί στη δυστυχία.

Από εκείνη την ημέρα λένε ότι ο Διόνυσος δεν ήταν ποτέ ξανά ο ίδιος. Ούτε όμως και το κρασί του: Πήρε χρώμα κόκκινο. Για να θυμούνται όλοι την προσβολή του Μεθυσμένου θεού. Κόκκινο... σαν το αίμα που έχυσε ο αδερφός όταν χτυπούσε τον αδερφό , σαν το πάθος που οδήγησε στην καταστροφή της Τροίας, σαν την οργή
που θεριεύει στα βάθη της ψυχής μας ζητώντας δικαίωση, ζητώντας εκδίκηση.
(μυθογένεια)