Κυριακή, 26 Ιουλίου 2009

Δανδής Σιρόκος

Με μάγεψε. Όταν πλησιάζει ο Αύγουστος μαγεύομαι. Με ζαλίζει. Μεθάω. Παραπατάω και βουτώ στην αγκαλιά της δικής μου ευτυχίας. Παράδοση δυο χρόνων. Άνοιξα τα μάτια μου, της έσφιξα το χέρι και προσπαθούσα να ακούσω τους ψιθύρους της... Ήταν δική μου. Ολόδική μου. Με περίμενε σαν από χρόνια για λίγα χάδια. Για κάτι ώρες ξεχασμένες, κλεμμένες, του Ιούλη. Κατηφόρισα. Άκουγα τη φωνή της καθάρια πια, να τραγουδάει το όνομά μου. Γέμισα χρώμα τους δρόμους του μυαλού μου, χαραγμένους στην πλαγιά από την άγρια ζωή. Και εκείνος ο αέρας δίπλα της... Δίπλα στα μαλλιά της. Στα στήθια της. Στην άμμο που έτρεμε πάνω στο στέρνο της. Λίβας; Μάλλον σιρόκος. Και εκείνη; Υγρός έρωτας. Μαγικός και δαύτος. Έσβηνε τις αχτίδες του ουράνιου βασιλιά. Μου έγλειφε το σώμα, το μυαλό, γιάτρευε μνήμες, έγνοιες, αλήθειες ενός κόσμου που χλομιάζει κάθε βράδυ...


Γέμισα φυλαχτά για τα φεγγάρια μιας ζωής.
Δάκρυα που έκρυψε η βροχή απ' τον παράδεισο

και τα 'θαψε,

εκεί που η θάλασσα κοιμίζει τον αφρό της...