Παρασκευή, 1 Μαΐου 2009

Νότια Μακεδονία (αν μου το επιτρέπει ο Νίμιτς)


Πως καταλήγεις την Πρωτομαγιά, μεθυσμένος, πίνοντας σφηνάκια τσίπουρο με μπόλικο γλυκάνισο, να σου ανοίγει σαμπάνιες ο μαγαζάτορας και με τον Στάθη να χορεύει γυμνός μπουσουλώντας ανάσκελα; Αγνοείς το ξυπνητήρι, ο ουρανός είναι βαρύς και δεν θέλεις να τον κοιτάξεις για να μην ανταλλάξετε κουβέντες του λιμανιού, το τηλέφωνο, μουδιασμένο, σου γκρινιάζει στα αυτιά. Ξυπνούν, σε προδιαθέτουν, αναρωτιούνται και ετοιμάζουν τα κάρβουνα που άραζαν στην αποθήκη από το Πάσχα. Και τότε στο μυαλό σου περνούν διαδρομές, προτάσεις, πιθανότητες... Ο ουρανός στο περιθώριο. Αν κλάψει, απλά δεν του ρίχνεις ούτε μια ματιά. Η παρέα μαζεύεται και ο ήλιος παύει να αποτελεί ανάγκη. Καλό ταξίδι. Αγκαλιάζουμε τον Θερμαϊκό, ο ουρανός μας φτύνει υποτιμητικά και καταλήγουμε δίπλα στο βουνό των θεών, για να τους αποδείξουμε πως ήταν ηλίθιοι όταν άφησαν τον Διόνυσο στην απ' έξω.
Παλιός Παντελεήμονας. Πέτρα πάνω στην πέτρα, λάσπη ο συνδετικός τους κρίκος, και εγένετο παράδοση. Πελεκητό αριστούργημα που ντύνει έργα διαφορετικών αιώνων. Συγγραφείς, διανοούμενοι, και λογής εκκεντρικοί καλλιτέχνες, ανακάλυψαν τον παράδεισό τους, δημιουργώντας πλίνθινες οάσεις απέναντι από την κατοικία που δήλωνε στο Ε9 του ο Δίας…Τα θερμά μας συγχαρητήρια σε όσους πίστεψαν στην ιδέα της αναμόρφωσης ενός τόπου, στην ιδέα της επιστροφής στις βλάχικες ρίζες, στο λίκνο ενός πολιτισμού που «αφέθηκε» ελέω αστικοποίησης. Το να βρεις τραπέζι φαντάζει απλώς ακατόρθωτο. Μετά από 3578 δευτερόλεπτα, αράξαμε πλάι σε ένα τζάκι. Τα προϊόντα της σούβλας, με κοιτούσαν. Δεν έμεινα εκεί. Έκανα κίνηση... Καταπληκτικό κρέας, βουνίσια τυριά, από τη διπλανή στάνη και τα κατσίκια να γευματίζουν στο διπλανό δέντρο…
Απέναντι ο Στάθης. Μας συστήθηκε κρατώντας το ντέφι. Μαζί του, η γυναίκα του, ο αδερφός του και πάει λέγοντας. Έξι 40άρηδες που δεν ξέχασαν ποτέ πως μια καλή κουβέντα αρκεί για να δημιουργήσει δεσμούς αίματος. Κι η ρετσίνα ενώνει, να το θυμάστε. Κόψ' τε τις ξενόφερτες ιδέες με την τεκίλα σε σφηνάκια και ποτίστε τον κόσμο ρετσίνα. Τραγούδι, μάλλον φάλτσο, που σιγά σιγά άρχισε να γλυκαίνει, άστοχα χτυπήματα από εκείνο το παράταιρο ντέφι, κέρασμα στο κέρασμα, φιλοφρονήσεις. Για 4 ώρες τραγουδούσαμε δυνατά και κάναμε παραγγελιές από τα ίδια μας τα λαρύγγια. Έως τη στιγμή που ανέβηκαν οι γύφτοι. Η συμφωνία προέβλεπε 4 τραγούδια από το κλαρίνο τους. Δυο ώρες μετά, πίναμε σφηνάκια σπιτικού τσίπουρου, οι γύφτοι απολάμβαναν την τρίτη γύρα με μπύρες και ο ιδιοκτήτης έστελνε σαμπάνιες για την πάρτη μας. Γυρίσαμε μεσάνυχτα στην πόλη, χαζεύοντας τις φωτογραφίες μιας μέρας, λίγο διαφορετικής...
Μια συμβουλή. Ξεσκονίστε τους χάρτες της Νότιας Μακεδονίας. Άλλωστε η Βόρεια θεωρείται αλύτρωτη γη…