Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2009

Μύλοι της νύχτας



Ναι, είδα τον Tiersen. Και θα σας το διηγηθώ. Και δεν θα σας το διηγηθούν ξανά έτσι.
Ψυχές μαζεμένες κάτω από μια εύθραυστη κατασκευή. Πολιτισμός σε κουτί κονσέρβας. Ο καπνός φτιάχνει κύματα. Σε τυλίγει. Σε τυλίγει και σε κάνει να αναπνέεις πιο γρήγορα. Το αλκοόλ σε δροσίζει και τα φώτα φεύγουν. Το σκοτάδι σε αφήνει γυμνό στη γοητεία του ήχου.
Και βγήκαν στη σκηνή τα πιτσιρίκια που ήρθαν για να μας δασκελέψουν το ρυθμό της πόλης. Your hand in mine. Άγουρη εικόνα. Ξενική. Νότες πέρα από τον καιρό μας. Μας άρπαξαν το χέρι, το κράτησαν στο δικό τους και μετά μας αγκάλιασαν. Ταξίδεψα. Το μαντολίνο έκλαιγε. Ενετοί και Γενουάτες, γονάτισαν στις χώρες της Ανατολής και έφτιαξαν μιαν Αλάμπρα στα στενά της Φλωρεντίας. Μιας Φλωρεντίας που άραξε ένα βράδυ του Νοέμβρη στο λιμάνι.
Σιωπή. Σιωπή. Και άλλη σιωπή.
Και βγήκε ο μάγος με την κόκκινη στολή του. Μιαν υπόκλιση και το ταξίδι ξεκίνησε. Στον χώρο και τον χρόνο της Κυανής Ακτής. Το μαντολίνο χάραζε στους τοίχους συναισθήματα και λυγμούς στην ξύλινη οροφή. Η μουσική θεριεύει στα σανίδια.
Το ταξίδι συνεχίζεται. Η νοσταλγία πεθαίνει και χαρίζει ένα σφίξιμο στο στήθος. Άγριες μέρες. Ξυπόλητοι δρόμοι. Ηλεκτρισμός. Γρατσουνιές στην πλάτη. Νύχια βυθισμένα βαθιά, στα πλευρά. Η κιθάρα σε σπρώχνει. Γράφει στο κορμί σου...
Ώρες που θυμάσαι τις στιγμές ευτυχίας. Τρέχω. Το δοξάρι με χτυπάει στο λαιμό. Τρίβει τα χέρια μου. Ξεχνάς τον πόνο στα πόδια και ζαλίζεσαι. Πιάνεις φωτιά, ανοίγεις τα μάτια, αλέθεις τα όνειρά σου, στους μύλους της νύχτας.