Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2009

Στα κάστρα

Ζυγίζω τις μέρες μου. Τις χαϊδεύω και μετρώ τα χαρακτηριστικά τους. Απόψε δοκίμασα να γευματίσω στα κάστρα. Βουλγάρικο τραπεζομάντιλο για να θυμίζει το αντίστοιχο της γιαγιάς, ελβετική τεχνοτροπία στους διακοσμητικούς κορμούς των δέντρων για να θυμίζουν το αντίστοιχο σπίτι της γιαγιάς, αράβικες λάμπες στους τοίχους, για να θυμίζουν τις αντίστοιχες στην αυλή της γιαγιάς, ξαναζεσταμένο φαγητό με άπειρα καρυκεύματα και χρώματα από τη Συρία, που επιθυμούν να θυμίζουν το φαγητό της γιαγιάς αλλά φέρνουν σε κάτι ντοκιμαντέρ της Τσόκλη στην Υεμένη. Η γιαγιά μου είναι Βλάχα. Και όχι Βουλγάρα με ελβετικές ρίζες που μιλά άπταιστα την αραβική και προσεύχεται μόλις ακούσει τον ιμάμη να ουρλιάζει. Ο σερβιτόρος, είκοσι λεπτά μετά την άφιξή μας, και αφού έπαιρνε ένα χρησιμοποιημένο πιάτο, ένα χρησιμοποιημένο τασάκι και ένα χρησιμοποιημένο ποτήρι σε κάθε βόλτα του που τον έβγαζε στο τραπέζι μας, άφησε το τραπεζομάντιλο στα χέρια μου για να το στρώσω και μου πέταξε δυο καταλόγους. Η προκλητική νοοτροπία του άρχοντα, του καλοζωισμένου που δεν σε έχει ανάγκη και σε αγνοεί. Αφού έφτυσα δίπλα στο αριστερό του παπούτσι, σηκώθηκα και έφυγα χαμογελώντας που δεν θα αντίκριζα ξανά τη γελοία του φάτσα και τους τρόπους του. Παρόμοιοι κόπροι σου χαλάν τα βράδια και σε γεμίζουν απέχθεια για το σημείο που έφτασε η τουριστική μας γιγάντωση... Ας εξηγήσει κάποιος σε αυτόν τον ηλίθιο πως η πρόταση "Θα φάω στα κάστρα", δεν αφορά τα μπουντρούμια τους.