Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2009

Ιδρωμένοι άγγελοι


Ήταν μαύρη. Σκοτεινή. Κινούσε το κορμί της στο δικό της ρυθμό. Πενθούσε για τον ήλιο. Τον καλούσε. Να γεννηθεί ξανά στα σπλάχνα της και να αγκαλιάσει τα χρώματά της. Χάνει την αξία της τις νύχτες. Μένει εκεί, σαν ο καθρέπτης της σελήνης, όταν βάφει τα χλωμά της χείλη...
Και η γενιά μας την μυρίζεται. Ανάβει τις μηχανές της, φωτίζει τα μονοπάτια της ενός χαμένου εγωισμού και θρηνεί πλάι της, διασκεδάζοντας. Με ουρλιαχτά, φωνές που κλέβει ο αέρας. Ο αέρας τρέφεται τα βράδια. Πίνει τις λέξεις όσων είδαν πάνω από είκοσι Μάηδες. Αυτών που χορεύουν το χορό του ήλιου. Με χτύπους από τα γκαράζ των γιεγιέδων και άτακτες συλλαβές από τις ραψωδίες των σοκολατένιων.
Εκεί βούτηξα και εγώ. Στη γειτονιά των ιδρωμένων αγγέλων. Για να υμνήσουμε τον ήλιο της αλκοολούχας μας φαμίλιας, για να ξεχάσουμε πως μας πήραν από τις χούφτες τα πάντα. Παιδεία, εργασία, επιτυχία, χαμόγελα. Τις θέσεις μας στον ήλιο... Και μέσα στη θολούρα μας, ψάχνουμε θέσεις στον ήλιο, παρέα με μπουκάλια και ζαλισμένες σταγόνες, λίγο πριν βγει. Η ανατολή μας βρίσκει με πρόσωπα βαριά, σκυμμένα, να ντρεπόμαστε ένα πρωί ακόμα, για το μυαλό μας που διαγράφεται στα χθεσινά βρωμόνερα.
Έτσι μας έχτισαν. Αλλόκοτους. Δυσάρεστους. Απαισιόδοξους. Εξαρτημένους από βράδια, που οφείλουμε να διατηρήσουμε ως μνήμες ζωής. Σαν ιστορίες που θα λέμε στα εγγόνια μας. Κατορθώματα. Κατορθώματα ιδρωμένων αγγέλων. Που ζουν εξόριστοι από τον παράδεισο. Που ζουν τραγουδώντας τους ύμνους της αγέλης. Που παρασιτούν και τρέφονται από κόσμους που ολοκλήρωσαν τον κύκλο τους. Που καθόρισαν τα ιδανικά τους.
Συγνώμη.