Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2009

Η Ωραία Κοιμωμένη...


Απόψε θα σας μιλήσω για εκλογές.
Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα βασίλειο. Ηλιόλουστο. Φωτεινό... Οι κάτοικοι του ευημερούσαν. Οι αγορές γέμιζαν προϊόντα, οι γεωργοί σφύριζαν στον πηγαιμό για τα χωράφια τους, οι κτηνοτρόφοι μιλούσαν στα ζωντανά τους... Σχολές ιδρύονταν σε κάθε μικρή πόλη και οι εργοδότες περίμεναν τους πτυχιούχους, τους έπιαναν από το χέρι και τους κάθιζαν στα γραφεία τους. Οι εργάτες κόπιαζαν για το ψωμί τους, για το μισθό τους, και όταν επέστρεφαν στο σπίτι τους, τους καλωσόριζε η γυναίκα τους με τα αλευρωμένα χέρια, τα κεφτεδάκια στο τηγάνι και την ποδιά δεμένη σφιχτά στη μέση...
Οι μέρες περνούσαν. Και τίποτα δεν προμήνυε αυτό που θα συνέβαινε... Ένα πρωί, ένα καταραμένο πρωί, ο βασιλιάς ανακοίνωσε αιφνίδια πως τους βαρέθηκε και φεύγει. Άφηνε τη χώρα ακέφαλη. Μάζεψε τα λιγοστά υπάρχοντά του σε δώδεκα αεροσκάφη και εξαφανίστηκε στο μακρινό Βορρά, σε μία πόλη που τελείωνε σε -μπουργκ. Αργότερα, μοσχοπούλησε και όσα ξέχασε πίσω γιατί η μοίρα του επιφύλαξε ένα άσχημο παιχνίδι, όταν ένα πρωί ανακάλυψε στον παντοπώλη της νέας του γειτονιάς, πως η χρυσή του Mastercard δεν ήταν πια αποδεκτή.
Συννέφιασε. Η βροχή διαδεχόταν το χαλάζι... Τίποτα δεν ήταν πια το ίδιο. Οι κάτοικοι μαζεύτηκαν ένα πρωί και αποφάσισαν να επιλέξουν τον επόμενο ηγέτη τους. Καθώς έμεναν σκυφτοί, για να επιλέξουν, εμφανίστηκε από το πουθενά ο σερίφης της πρωτεύουσας και έκανε κάτι τρομερό. Πραξικόπημα... Δηλαδή έκοψε τις πράξεις της εκλογής του επόμενου βασιλιά. Σε κάποιους δεν άρεσε και μόλις προσπάθησαν να μάθουν το λόγο του πραξικοπήματος, αυτός ύψωσε απειλητικά το μεσαίο του δάχτυλο. Φώναξε στον κολλητό του να ξεπαρκάρει το τανκ και έφυγαν προς το ηλιοβασίλεμα...
Ο σερίφης έφαγε όλες του τις μέρες φτιάχνοντας δρόμους και ανοίγοντας τα παντζούρια και τις πόρτες των κατοίκων του βασιλείου οι οποίοι μπορούσαν πλέον να λένε φωναχτά πως "κοιμόμαστε με τα παράθυρα ανοιχτά". Οι μέρες περνούσαν, ο σερίφης και ο κολλητός του τα έπιναν παρέα κάθε μέρα, κουρασμένοι αλλά ευτυχισμένοι από τον παντζουρλισμό, έτσι ονόμασαν το άνοιγμα πανζουριών και παραθύρων, και τις υπόλοιπες δραστηριότητές τους. Έπιναν, και οδηγώντας το τανκ γύριζαν στα σπίτια τους. Ώσπου συνέβη το μοιραίο. Ήταν ένα βράδυ που ο κολλητός του σερίφη, τα είχε πιεί και πήγαινε να κοιμηθεί ευτυχισμένος. Στο δρόμο χτύπησε έναν πιτσιρικά... Απεγνωσμένος, φώναξε τον σερίφη στο σημείο του εγκλήματος. Εκείνος του φώναξε: "Γιατί οδηγούσες μεθυσμένος ρε;" και τον έδωσε στους αστυνομικούς με δάκρυα στα μάτια. Οι υπόλοιποι πιτσιρικάδες εκείνης της γενιάς, αποφάσισαν να διώξουν τον σερίφη και να μην επιτρέψουν ποτέ σε πιτσιρικά να βγει ελεύθερος στους δρόμους...


Έστειλαν τηλεγράφημα στον κακό αδερφό του χαμένου βασιλιά. Τον χρειάζονταν. Εκείνος έφτασε άμεσα στο βασίλειο και άρχισε να κυβερνά. Έβαλε σκληρούς φόρους, έκλεβε τον λαό και απολάμβανε τη ζωή στο παλάτι, παρέα με τους αυλικούς του. Αγαπημένη του ασχολία να παίζει στο τάβλι τις τύχες του λαού... Οι κάτοικοι του βασιλείου εξαγριώθηκαν. Ένας από αυτούς πήρε τη μεγάλη απόφαση. Ντύθηκε στα πράσινα, έβαλε τη γιαγιά του να ράψει έναν ήλιο στη φαρέτρα του και ανέβηκε στα βουνά...
Μαζεύτηκαν πολλοί στο πράσινο δάσος. Μάθαιναν τοξοβολία, γυμνάζονταν, κάπνιζαν τα χόρτα που κιτρίνιζαν, ή τα έκοβαν σύριζα, και έκαναν παιδιά. Που τα έντυναν με πράσινα ζιπουνάκια. Ετοίμαζαν την εξέγερση ενάντια στον κακό αδερφό του βασιλιά. Και ένα πρωί έκαναν τα σχεδιά τους πραγματικότητα... Μπήκαν φουριόζοι στην πρωτεύουσα του βασιλείου, έπιασαν τον κακό αδερφό από το λαιμό και τον εξανάγκασαν να πάει σε εκλογές. Τον κέρδισαν. Και ο ήλιος βγήκε διαφορετικός το επόμενο πρωί. Πράσινος.
Οι μέρες περνούσαν. Οι μήνες, οι βδομάδες. Ο δασονόμος με τον ήλιο στη φαρέτρα, έχτιζε αυθαίρετα στο δάσος που τον φιλοξενούσε. Αύξησε τους φόρους, τους επένδυε σε χρηματιστήρια, και έκλεβε τον άμοιρο λαό. Είχε αρρωστήσει βαριά. Είχε πάθει διαφθορά. Έφεραν έναν παπά να τον διαβάσει από το πιο διάσημο μοναστήρι της εποχής. Το Βατοπέδι. Κόλλησε και τον παπά...
Τον έδιωξαν και αυτόν. Και έψαχναν ποιος θα τους κυβερνάει. Μάλλον με κλήρωση επέλεξαν τον ανηψιό του κακού αδερφού του γιού του Γκέκα... Που με τη σειρά του διάλεξε με κλήρωση τα δεξιά και αριστερά του χέρια. Γκαντεμιά. Στην κλήρωση δεν βγήκε κανείς από το γκρουπ των ισχυρών...
Και ζήσανε αυτοί καλά και τα παιδιά τους καλύτερα.

Όταν κατορθώσεις να εξισώσεις τους ηγέτες των τελευταίων 60 ετών και κατανοήσεις πως κανένας δεν σου προσέφερε τίποτα, ξεκίνα να κλαις για την παιδεία σου, μαλάκα.