Δευτέρα, 27 Απριλίου 2009

Δανεική αναπνοή


Καλημέρα σας...
Γράφω ως χωρικός απόψε. Κατέβηκα από τα ψηλά βουνά, όχι αυτά του Ζαχαρία Παπαντωνίου, αλλά της Δυτικής Μακεδονίας, ξώφαλτσα από το τιμημένο Βίτσι. Κατέβηκα ξυπόλυτος στον κόσμο αυτών που χορεύουν στις μελωδίες των σκυλιών. Αυτών που κρατούν το ποτό σαν άρχοντες, και κουνούν την αρχοντική τους κοιλιά στις προσταγές του κάθε γελοίου που πιστεύει πως προσφέρει απόλαυση με τη φωνή του, αυτών που ορέγονται την κοπέλα απέναντι, ξεχνώντας μέσα στη βλακεία τους, πόσο αστείοι δείχνουν με το "περίβλημά" τους λουσμένο Bacardi, αυτών που ξεχνούν πως χαράζουν βραδιές, συναισθήματα, ονόματα...
Γέμισαν πληγές τα πόδια μου. Με ξύνουν. Θα τα βουτήξω στο οινόπνευμα, για να πλησιάσω τη φάρα του μοσχαναθρεμμένου. Αυτού που ξύπνησε με αυτοκίνητο στην πυλωτή, πρόσβαση στο πορτοφόλι του μπαμπά και το φιλί της μαμάς στο αφράτο μάγουλο. Κατάλληλη λέξη; Μαμμόθρεφτος. Βουτυρομπεμπές. Χαλβάς.
Βαρέθηκα τις φάτσες τους. Αυτών που καπνίζουν χρησιμοποιώντας τον αέρα που εξέπνευσαν οι πατεράδες τους. Δανεική αναπνοή. Για εκείνους που απλώνουν τον Μπέρμπερυ γιακά και το Πράντα παπούτσι με καμάρι. Με φουσκωμένο στήθος και τεντωμένη μύτη. Ίδρωσαν. Ίδρωσαν παρακαλώντας τον μπαμπά να τους τα φορέσει στα δοκιμαστήρια.
Και περπατούν ανενόχλητοι σε έναν κόσμο που οφείλει να τους εξορίσει. Κουράστηκα.