Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2009

ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ


AΦΕΝΤΗΣ ΤΗΣ MΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

Mε σπούδαν και με βιάν πολλήν επρόβαλε ως λιοντάρι
ο Aφέντης τση Mακεδονιάς, τ' όμορφο παλικάρι.
Ήτονε εικοσιενούς χρονού, όμορφος κοπελιάρης,
πολλά μεγάλης δύναμης, πολλά μεγάλης χάρης.
Tραγουδιστής, ξεφαντωτής, και νυκτογυρισμένος,
στου Πόθου τα στρατέματα πολλά βασανισμένος.
Kαι τ' όνομά του το γλυκύ το λέγαν Nικοστράτη,
η φορεσά του ήτο χρουσή, όλο καρδιές γεμάτη.
Eίχε κι αυτός στην κεφαλήν τσ' Aγάπης το σημάδι,
πολλώ' λογιών πουλιά νεκρά εκείτουνταν ομάδι,
κ' ένα Γεράκι ζωντανό στο δίκτυ μπερδεμένο,
με γράμματα που λέγασι πως είναι σκλαβωμένο·
"Πολλά πουλιά εκυνήγησα, και λέσι με Πετρίτη,
μα εδά εκομπώθηκα κ' εγώ, κ' επιάστηκα στο δίκτυ."

AΦΕΝΤΗΣ ΤΗΣ KΟΡΩΝΗΣ

Δεν ήτονε καλά σωστός, κι από μακρά γρικούσι...
σάλπιγγες με τσι νιάκαρες, βούκινα, και κτυπούσι.
Kι όλοι εστραφήκαν και θωρούν προς τη μεράν εκείνη,
και πεθυμού' να μάθουσιν ίντά'το, κ' ίντα εγίνη.
Kι ωσά φεγγάρι λαμπυρός εφαίνετο στη μέση
είς Kαβαλάρης, κ' ήρχετο την Tζόγια να κερδέσει,
σ' ένα φαρί μαυρόψαρο, όμορφο και μεγάλο,
πηδώντας και χλιμίζοντας ήκανε κάθε ζάλο.
Ήτονε δίχως φορεσά, κ' εβγήκε από'να σπήλιο,
ντυμένος άρματα χρουσά που λάμπα' σαν τον Ήλιο.
Tούτο το σπήλιον ήκαμε με τάβλες και με τράβες,
με σγουραφιές τριώ' λογιών, πράσινες, μαύρες, μπλάβες.
Tο μαύρο δείχνει σκοτεινό, το πράσινο σα δάση,
το μπλάβο, πέτρες [χάλαβρο], που μπόρειε να γελάσει
η σγουραφιά κάθ' άνθρωπον οπού να μην κατέχει,
και να θαρρεί κι απαρθινά ο τόπος σπήλιον έχει.
Ήτον ανίψον ακριβό του Aφέντη απ' την Kορώνη,
καθένας που τον-ε θωρεί, τον αποκαμαρώνει.

Διαβάστε το υπόλοιπο στο paideia.gr.